ΦΟΡΟΥΜ ΤΗΣ ΔΡΑΧΜΗΣ

ΝΕΟ ΨΕΜΑ ΣΗΜΙΤΗ: «Το ένα ευρώ θα είναι 600 δραχμές αν βγει η Ελλάδα από την ευρωζώνη»

Τους κινδύνους που απορρέουν από το ενδεχόμενο ακόμη και μιας ελεγχόμενης χρεοκοπίας που μπορεί όμως να οδηγήσει σε προσωρινή έξοδο από το ευρώ, επισημαίνει ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης σε άρθρο του στην “Καθημερινή της Κυριακής”. “Χρειάζονται έκτακτες διαδικασίες και έκτακτη προσπάθεια για να βγει η Ελλάδα από την κρίση”, τονίζει και εκτιμά ότι το αργότερο έως το 2014 θα κριθεί το μέλλον της Ελλάδας στην Ευρωζώνη...... 

Όπως επισημαίνει, δεν υπάρχει ρήτρα αποπομπής μιας χώρας από την Ευρωζώνης, αλλά μόνον όσοι εθελοτυφλούν μπορούν να πιστεύουν ότι η Ελλάδα δεν διατρέχει κίνδυνο.

Παράλληλα, ο πρώην πρωθυπουργός υπογραμμίζει ότι τυχόν έξοδός μας από την Ευρωζώνη πρέπει να αποφευχθεί με κάθε τρόπο γιατί θα είναι καταστροφική.
«Σε μια τέτοια περίπτωση ένα ευρώ θα αντιστοιχεί σε εξακόσιες δραχμές ή και πολύ παραπάνω και οι Έλληνες θα χάσουμε ένα μεγάλο ποσοστό της αξίας των χρημάτων μας», επισημαίνει ο κ. Σημίτης.
Ο κ. Σημίτης αναφέρει ότι ο βέβαιος πανικός δεν θα είναι η μόνη δυσκολία στην αλλαγή του νομίσματος, αλλά και η κοινωνική αναταραχή θα είναι έντονη, η οργή ανάλογη της χωρίς προηγούμενο φτώχειας και ανεργίας.
Στο άρθρο του ο κ. Σημίτης εκτιμά ότι όσες χώρες δεν θα μπορέσουν να ξεπεράσουν τις δυσκολίες τους θα ενταχθούν σε μια διαδικασία ελεγχόμενης χρεοκοπίας, κάτι που συνεπάγεται την οικειοθελή «αναστολή» της συμμετοχής της χώρας που χρεοκοπεί στην Ευρωζώνη.

Ο πρώην πρωθυπουργός τονίζει ότι η ελεγχόμενη χρεοκοπία, έξωση, θα πραγματοποιηθεί, ίσως με υποσχέσεις για σύντομη επάνοδο στο ευρώ. Παρ’ όλα αυτά θα είναι πιθανότατα εξίσου δραματική με τη μη ελεγχόμενη.
«Ο χρόνος που μας μένει για να αποφύγουμε την έξωση είναι το πολύ τρία περίπου χρόνια και με την προϋπόθεση ότι δεν θα συμβεί στο μεταξύ κάποιο ατύχημα» αναφέρει παράλληλα, ενώ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ότι εάν προωθούνται τα θέματα με τις συνηθισμένες γραφειοκρατικές μεθόδους, το αποτέλεσμα θα παραμείνει μηδενικό, αλλά μηδενική θα είναι και η συμπαράσταση προς εμάς.

ΠΗΓΗ: zoomnews.gr

Παραθέτουμε το άρθρο του πρώην πρωθυπουργού Κ.Σημίτη στο «ΘΕΜΑ» στις 15/5/2010

Κώστας Σημίτης: Aν αποτύχουμε, θα επιστρέψουμε στη δραχμή με υποτίμηση τουλάχιστον 30%

ΕΝ ΜΕΣΩ ΤΗΣ θύελλας αντιδράσεων για τα σκληρά μέτρα της κυβέρνησης, αλλά και της αγωνίας όλων για το αν τελικά η Ελλάδα θα τα καταφέρει, ο πρώην πρωθυπουργός με άρθρο παρέμβαση στο «ΘΕΜΑ» τονίζει ότι η χώρα έχει τη δυνατότητα να υπερβεί τα προβλήματά της.

Αρκεί, όπως τονίζει με έμφαση, να υπάρξει θέληση, αποφασιστικότητα και ταχύτητα αντιδρά σεων και η αντιμετώπιση των προβλημάτων να γίνεται με γνώμονα τη βελτίωση της πορείας της χώρας και όχι το πολιτικό κόστος. Ο κ. Κώστας Σημίτης στο άρθρο του επισημαίνει ότι η έξοδος από την ΟΝΕ θα είναι καταστροφική, η υποτίμηση της δραχμής θα είναι άνω του 30% και η επιστροφή σε αυτήν ολέθρια, ενώ τονίζει ότι πρέπει να επιστραφούν ο 13ος και 14ος μισθός στους συνταξιούχους.


Υπάρχει λύση;

Το Πρόγραμμα Σταθεροποίησης στηρίζεται σε μια συγκεκριμένη αντίληψη για τη λειτουργία της αγοράς. Η άποψη των οικονομολόγων του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που επεξεργάστηκαν τη χρηματοδότηση της χώρας, είναι συνοπτικά η εξής: 

Η μείωση των κρατικών δαπανών, η αύξηση των φόρων και ο δραστικός περιορισμός των ασφαλιστικών παροχών θα μειώσουν αισθητά τα κρατικά ελλείμματα. Το κράτος θα πάψει έτσι να δανείζεται όλο και περισσότερο. Αρνητική επίπτωση θα υπάρξει στο επίπεδο της ύφεσης και του αποπληθωρισμού. Είναι όμως αναγκαία μέσα για την εξυγίανση της οικονομίας. Υφεση θα επέλθει διότι τα μέτρα λιτότητας θα περιορίσουν την οικονομική δραστηριότητα. Επιχειρήσεις θα κλείσουν, η ανεργία θα πολλαπλασιαστεί και προϊόντα θα μείνουν αδιάθετα. Θα ακολουθήσει ένα ξεπούλημα εργασίας και προϊόντων. Συνέπεια θα είναι η μείωση του πληθωρισμού. Ο αποπληθωρισμός θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα και θα αντιστρέψει την πτωτική τάση της οικονομικής δραστηριότητας. Η οικονομία θα παρουσιάσει και πάλι θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, προσφέροντας νέες θέσεις εργασίας στους εργαζομένους και νέες ευκαιρίες κέρδους στις επιχειρήσεις. Θα αποκατασταθεί έτσι η αναπτυξιακή δυναμική και η δημοσιονομική ισορροπία.

Η ύφεση και η πτώση του πληθωρισμού, με πιθανό ακόμα και τον αποπληθωρισμό, ενεργούν κατά την αντίληψη αυτή με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούσε άλλοτε η υποτίμηση της δραχμής. Το νόμισμα έχανε την αξία του. Ταυτόχρονα έχαναν την αξία τους η εργασία, τα προϊόντα και τα περιουσιακά μας στοιχεία. Ημασταν συλλογικά φτωχότεροι αλλά πιο ανταγωνιστικοί χάρη στις μειωμένες απαιτήσεις των εργαζομένων και τις χαμηλότερες τιμές. Μια υποτίμηση δεν είναι σήμερα πια δυνατή.

Το νόμισμά μας, το ευρώ, είναι νόμισμα πολλών άλλων χωρών και η νομισματική πολιτική ασκείται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Σύμφωνα με την κρατούσα οικονομική αντίληψη, τα μόνα μέσα που μας απομένουν στις συνθήκες των δραματικών δημοσιονομικών ανισορροπιών που επικρατούν είναι η αυστηρή λιτότητα, η μεσοπρόθεσμη ύφεση και ο αποπληθωρισμός.

Η αποτελεσματικότητα αυτής της μεθόδου διάσωσης επηρεάζεται από τις ειδικές περιστάσεις που επικρατούν στην κάθε οικονομία. Στην περίπτωση της Ελλάδος υπάρχουν ιδιαιτερότητες που καθιστούν το εγχείρημα ιδιαίτερα δύσκολο.

Εάν μια οικονομία βρίσκεται ήδη σε ύφεση, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα, η επιπρόσθετη ενίσχυση της ύφεσης μπορεί να οδηγήσει σε παρατεταμένη στασιμότητα. Η έλλειψη αναπτυξιακών ευκαιριών, η εκτεταμένη απροθυμία επενδύσεων, ο αναποτελεσματικός διοικητικός μηχανισμός αποτελούν κατ’ εξοχήν επιβαρυντικά στοιχεία.

Η αμφισβήτηση από τις αγορές της ικανότητας να πληρώνουμε τα χρέη μας και η άνοδος των ελληνικών επιτοκίων σε πρωτόγνωρα ύψη οφείλεται στο ότι η ελληνική οικονομία θεωρείται αντιπαραγωγική και μη ανταγωνιστική. Βρίσκεται ήδη σε στενωπό διαρκείας με μηδενική ή και αρνητική ανάπτυξη. Η έξοδος από την κατάσταση αυτή θα είναι αμφίβολη και πάντως θα διαρκέσει καιρό.

Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας εν μέσω ύφεσης θα είναι περιορισμένη. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Γερμανία ακολουθούν σταθερά αντιπληθωριστική πολιτική. Ο πληθωρισμός των εμπορικών μας εταίρων μάλλον δεν πρόκειται να είναι σημαντικά υψηλότερος του δικού μας ώστε να αποκτήσουμε ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και να ανακάμψει η οικονομία. Για την Ελλάδα διαγράφεται η πιθανότητα ο δικός μας πληθωρισμός να είναι ανώτερος εκείνου της Ευρωζώνης λόγω της αύξησης των εμμέσων φόρων όπως ο ΦΠΑ. Η βέβαιη αύξηση του βασικού ευρωπαϊκού επιτοκίου τα επόμενα χρόνια θα συμβάλει επίσης σε ένα αυξημένο επίπεδο πληθωρισμού στην Ελλάδα. Χρειαζόμαστε μια ενισχυμένη στρατηγική ανταγωνιστικότητας για να ξεπεραστούν οι αντίρροπες δυνάμεις.

Η χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας από το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Ενωση έχει συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα. Στο διάστημα αυτό η Ελλάδα θα πρέπει να ανακτήσει τη δυνατότη τα να εξασφαλίζει δάνεια από την αγορά με λογικά επιτόκια. Προϋπόθεση είναι να κερδίσει πάλι την εμπιστοσύνη των αγορών, να πιστέψουν οι δανειστές ότι δεν πρόκειται να χάσουν τα χρήματά τους. Αν το πετύχει, θα έχει ευχέρεια κινήσεων. Θα μπορεί να συζητήσει πειστικά με την Ευρωπαϊκή Ενωση για μια παράταση της προσαρμογής της στους κανόνες του Συμφώνου Στα θερότητας κατά έναν τουλάχιστον χρόνο. Θα μπορέσει να δανειστεί εναλλάσσοντας βραχυχρόνιο με μακροχρόνιο δανεισμό, ώστε να ρυθμίσει την εξόφληση των χρεών της κατά τρόπο που τη διευκολύνει. Η ανάκτηση της χαμένης αξιοπιστίας είναι μια διαδικασία παράλληλη προς τη συνεπή εφαρμογή του Προγράμματος. Αν η διεθνής κοινότητα διαπιστώσει ότι καταβάλλουμε την αναγκαία προσπάθεια να πετύχουμε τους προσδιορισμένους στόχους, θα αλλάξει βαθμιαία τη στάση απέναντί μας. Αν αντίθετα οι προβλεπόμενοι τριμηνιαίοι έλεγχοι αποδείξουν ότι υστερούμε σε αποφασιστικότητα, υπεκφεύγουμε ή συγκαλύπτουμε στοιχεία, η χρηματοοικονομική βοήθεια θα σταματήσει ταχύτατα. Οι συνέπειες θα είναι τραγικές. Θα διατρέχουμε τον κίνδυνο να αποκλειστούμε από την Ευρωζώνη.

Η έξοδος από την Ευρωζώνη θα συνοδεύεται από την καθιέρωση της δραχμής ως νέου νομίσματος και την ταυτόχρονη αρχική επίσημη υποτίμησή της κατά 30% περίπου έναντι του ευρώ. Η πραγματική υποτίμηση πιθανόν να είναι πολύ μεγαλύτερη, αφού η αγορά θα πιέσει την αξία της δραχμής σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα. Η αποχώρηση από την ΟΝΕ θα προκαλούσε καταστροφικούς κραδασμούς: μαζική έξοδο κεφαλαίων, απόσυρση των καταθέσεων από νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με πιθανή συνέπεια την κατάρρευση της χρηματοδότησης της οικονομίας. Η οικονομία θα βρισκόταν πολύ γρήγορα σε πορεία συνεχώς επιτεινόμενης ύφεσης. Η κοινωνία θα διολίσθαινε σε χωρίς τέλος εξαθλίωση. Η αύξηση του χρέους κατά το ύψος της υποτίμησης θα επέβαλε μακροχρόνια λιτότητα. Πιθανότατα έπειτα από ένα σύντομο διάστημα θα παρουσιαζόταν έντονος πληθωρισμός, ο οποίος θα εξάλειφε τα όποια προσωρινά οφέλη της υποτίμησης, επιβάλλοντας συνεχείς νέες υποτιμήσεις.

Η έξοδος από την ΟΝΕ θα έπληττε καίρια την αξιοπιστία μας, τις εξωτερικές οικονομικές μας σχέσεις, τις λίγες αλλά υπαρκτές χρηματοδοτικές ροές προς το εσωτερικό μας. Θα καθιστούσε τη συνεργασία μας στην Ενωση εξαιρετικά δύσκολη και θα μας απομόνωνε διεθνώς. Είναι, τέλος, μάλλον βέβαιο ότι δεν θα εξασφάλιζε την αποπληρωμή του χρέους. Υπάρχουν βέβαια μερικοί που θεωρούν την έξοδο από την Ευρωζώνη και από την Ενωση ως την ενδεδειγμένη λύση. Θα επέτρεπε, ισχυρίζονται, χάρη σε νέο δανεισμό, ανάπτυξη της χώρας στηριγμένη σε μια «εθνική βιομηχανική πολιτική», σε «ανταγωνιστικό τουρισμό» και σε «απελευθέρωση της γεωργίας από τα δεσμά της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής». Πρόκειται για φαντασιώσεις. Η Ελλάδα υπό αυτές τις νέες συνθήκες δεν θα μπορού σε να δανειστεί ούτε δεκάρα. Η συνεργασία με τους κύριους εμπορικούς μας εταίρους θα σταματούσε αμέσως. Θα βρισκόμαστε για απροσδιόριστο χρόνο στο περιθώριο. Η αποχώρηση από την ΟΝΕ δεν αποτελεί επιλογή. Είμαστε υποχρεωμένοι να μείνουμε μέλη της και να εργαστούμε για την προσαρμογή μας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, εφαρμόζοντας το Πρόγραμμα Σταθεροποίησης.

Η εφαρμογή του Σταθεροποιητικού Προγράμματος προϋποθέτει έναν αποτελεσματικό μηχανισμό υλοποίησης. Οι διοικητικοί μηχανισμοί όμως πάσχουν σοβαρά στην Ελλάδα. Η έκταση της φοροδιαφυγής είναι ένα παράδειγμα της αδυναμίας της διοίκησης. Το φαινόμενο επεκτάθηκε τα τελευταία χρόνια παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις για την καταπολέμησή του. Χρειάζεται λοιπόν μια συστηματική και συνεχής προσπάθεια για να επιτευχθούν οι στόχοι του Προγράμματος. Δισταγμοί και καθυ στερήσεις δεν δικαιολογούνται. Αναβολές για να μειωθεί το πολιτικό κόστος ή ρυθμίσεις, που στην πραγματικότητα διατηρούν το υφιστάμενο καθεστώς, είναι ανεπίτρεπτες.

Οι όποιες καλόπιστες προσπάθειες να ελεγχθεί το πρόβλημα με πολιτικά μέσα είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Για να βελτιωθεί η κατάσταση χρειάζονται πόροι. Πρέπει να πετύχουμε περίσσευμα που θα μειώσει το έλλειμμα. Αποφασιστικότητα χρειάζεται και για τις διαρθρωτικές μεταβολές. Εχουν εξαγγελθεί πολλές φορές στο παρελθόν, αλλά είτε δεν πραγματοποιήθηκαν είτε έγιναν ελάχιστα από τα αναγκαία βήματα λόγω του φόβου του πολιτικού κόστους και πολύ περισσότερο λόγω της αδυναμίας των υπηρεσιών να επεξεργαστούν λύσεις.

Η ύφεση που θα φέρει το Πρόγραμμα Σταθεροποίησης χρειάζεται αντίδοτο, αναπτυξιακές δραστηριότητες. Οι δυνατότητες είναι περιορισμένες λόγω της έλλειψης πόρων. Υπάρχοντες πόροι, όπως εκείνοι των κοινοτικών προγραμμάτων, πρέπει να αξιοποιηθούν στο έπακρο. Οι δυσκολίες προκύπτουν συνήθως από την ανεπάρκεια των διοικητικών μηχανισμών. Αρχές Μαΐου οι κοινοτικοί εκπρόσωποι που έλεγξαν την πορεία του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Ανάπτυξης (ΕΣ ΠΑ), σύμφωνα με τις εφημερίδες, προειδοποίησαν «όχι μόνο για τον κίνδυνο να χαθούν πόροι, αλλά κυρίως για τον κίνδυνο να χαθεί η τελευταία ευκαιρία για τη χώρα μας να βελτιώσει τις υποδομές και να βοηθήσει την οικονομία σε μια περίοδο ύφεσης».

Το Πρόγραμμα Σταθεροποίησης είναι σε μεγάλο βαθμό δημιούργημα των εκπροσώπων των δανειστών μας. Ενδιαφέρεται γι’ αυτό σχεδόν αποκλειστικά για πολιτικές και μέτρα που θα κατοχυρώσουν την αποπληρωμή των δανείων και τη συμμόρφωσή μας με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αλλά για να λειτουργήσει το Πρόγραμμα δημιουργικά, χρειάζεται η ένταξή του σε ένα ευρύτερο σχέδιο ανόρθωσης, σε μια στρατηγική, σε ένα πλαίσιο που καθορίζει τις επιδιώξεις της χώρας για έξοδο από την κρίση αλλά και για μετά την κρίση. Στόχος δεν μπορεί να είναι να επανέλθουμε στην υστέρηση, στο πριν, να επιστρέψουμε σε μια κα τάσταση όπου θεωρούσαμε τον δανεισμό ως λύση των προβλημάτων μας. Για να πετύχει η τιτάνια προσπάθεια που απαιτείται, χρειάζεται η αίσθηση μιας τομής με ένα παρελθόν πελατειακής πολιτικής, επικοινωνιακών τεχνασμάτων και εκμετάλλευσης της εξουσίας με στόχο τη διαιώνισή της.

Χρειάζεται όχι μόνο να εξηγηθεί τι προτίθεται να επιδιώξει η κυβέρνηση με τις πολιτικές της, αλλά και να γίνουν συγκεκριμένα αποτελεσματικά βήματα. Οι πολίτες για να συνεργαστούν, για να συμμορφωθούν με ένα πρόγραμμα που δυσκολεύει την καθημερινή τους ζωή και ματαιώνει πολλές από τις επιδιώξεις τους, θέλουν να αντιληφθούν ότι πράγματι αρχίζει μια περίοδος ανάπτυξης, αναδιανομής του πλούτου και μελλοντικής βελτίωσης του επιπέδου ζωής τους. Το Πρόγραμμα Σταθεροποίησης είναι κοινωνικά άδικο. Επιβαρύνει κυρίως τους συνταξιούχους και τους μισθωτούς, ενώ θα έπρεπε να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στον περιορισμό των μη μισθολογικών δαπανών. Υπάρχουν ακόμη δαπάνες που μπορούν να περιοριστούν αισθητά με ειδική έρευνα σε κάθε υπουργείο εντός του 2010. Το Πρόγραμμα Σταθεροποίησης χρειάζεται αλλαγή. Η 13η και 14η σύνταξη θα πρέπει για παράδειγμα να καταβληθούν και πάλι. Αλλά εκτεταμένες αλλαγές δεν μπορούν να γίνουν τώρα που δεν έχουμε αξιοπιστία. Οποιαδήποτε σχετική προσπάθεια θα φανεί ως υπαναχώρηση. Δυνατή θα είναι μόλις αποδείξουμε ότι η εφαρμογή του Προγράμματος μάς απασχολεί σοβαρά  και αποτελεί την προτεραιότητά μας. Οταν γίνουμε πάλι πιστευτοί στις προτάσεις και στις δράσεις μας.

Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να προσελκύσει επενδύσεις. Δεν τις διευκολύνει όμως. Αυτό οφείλεται στις εξαιρετικά χρονοβόρες και πολύπλοκες διαδικασίες, τις αντικρουόμενες αποφάσεις των οργάνων της Πολιτείας και την αδιαφορία ή και την εχθρότητα των τοπικών κοινωνιών. Οι νέες μορφές ενέργειας ή ο τουρισμός προσφέρονται για τη δημιουργία ανταγωνιστικών επιχειρήσεων. Αλλά λείπει ο μηχανισμός στήριξής τους. Στη Μεσσηνία χρειάστηκαν πάνω από δώδεκα χρόνια προσπάθειας για να γίνει ένα τουριστικό συγκρότημα υψηλού διεθνούς επιπέδου. Είναι ένα αποτρεπτικό για επενδυτές παράδειγμα. Μπορούμε να τα καταφέρουμε; Πολλοί ξένοι οικονομολόγοι, καθηγητές ή σχολιαστές, πιστεύουν ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε αδιέξοδο. Ορισμένοι επισημαίνουν ότι οι ανάγκες δανεισμού θα φτάσουν συνολικά μέχρι το 2014 σε ποσά πολύ μεγαλύτερα από τα 110 δισ. που μας διατέθηκαν. Η Ελλάδα, κατά την άποψή τους, δεν θα είναι σε θέση να εξασφαλίσει από την αγορά τα αναγκαία χρήμα τα παρά τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του ΔΝΤ. Αλλοι τονίζουν ότι υπάρχουν δυνατότητες επίλυσης του προβλήματος μέσω μιας επιπρόσθετης χρηματοδότησης από την Ενωση ή μιας νέας πιο σκληρής περικοπής των μισθών. Δεν πιστεύουν όμως ότι οι πολιτικές συνθήκες θα επιτρέψουν τέτοιες πρωτοβουλίες.

Η άποψη για τη θετική έκβαση της ελληνικής κρίσης στηρίζεται στην υπόθεση ότι η Ενωση δεν θα επιτρέψει την πτώχευση μιας χώρας μέλους της και θα παρέμβει πάλι εφόσον αυτό χρειαστεί. Το Συμβούλιο Κορυφής της ζώνης του ευρώ στις 7 Μαΐου επικύρωσε τη συμφωνία στήριξης στην Ελλάδα. Εξέφρασε τη θέληση των μελών της να δράσουν αποφασιστικά για να στηρίξουν το ευρώ και να αποφύγουν την οποιαδήποτε αρνητική εξέλιξη της κρίσης για τις χώρες της ΟΝΕ. Η δημιουργία του νέου μηχανισμού αντιμετώπισης κρίσεων με κεφάλαια ύψους 720 δισ. ευρώ περίπου είναι έκφραση της νέας αυτής πολιτικής. Η εξέλιξη αυτή ισχυροποίησε τη θέση της Ελλάδας. Δεν θα πρέπει όμως να υποτιμήσουμε τη θέληση της Ενωσης να βάλει τάξη στη διαχείριση των οικονομιών των μελών της. Θα τιμωρήσει όποια χώρα παραβεί τις υποχρεώσεις της προκειμένου να πα ραδειγματίσει άλλες χώρες. Η Ελλάδα δεν θα πρέπει να αποτελέσει το αρνητικό παράδειγμα που θα επιλέξει. Πιστεύω ότι η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να υπερβεί τα προβλήματά της. Αρκεί να υπάρξει θέληση, αποφασιστικότητα και ταχύτητα αντι δράσεων από τους υπεύθυνους για τις οικονομικές εξελίξεις. Η αντιμετώπιση των προβλημάτων να έχει ως επιδίωξη τη βελτίωση της πορείας της χώρας και όχι την αποφυγή του πολιτικού κό στους ή την επικοινωνιακή απήχηση. Εχουμε επιτύχει να ξεπε ράσουμε τις δυσκολίες και σε άλλες κρίσιμες εποχές. Η ένταξη στην ΟΝΕ αποτελεί ένα παράδειγμα.

Στις 19 Ιουνίου συμπληρώνονται δέκα χρόνια από την ένταξη της Ελλάδος στην ΟΝΕ και οκτώμισι από την εισαγωγή του ευρώ στη φυσική του μορφή. Η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας δεν επέτρεπε την αισιοδοξία για την κατάληξη των ελληνικών προσπαθειών ένταξης στην Ευρωζώνη. Επειτα και από τις επιλογές της τριετίας 1990 1993, η Ελλάδα ήταν αποδυναμωμένη οικονομικά και πολιτικά. Το δημόσιο χρέος από 65,7% του ΑΕΠ το 1989 είχε φτάσει 100,5% του ΑΕΠ το ’93. Οι εξαγγελίες για ένταξη στο κοινό νόμισμα δεν αντιμετωπίζονταν απλώς με σκεπτικισμό από τους εταίρους μας, αλλά με ευθεία αμφισβήτηση. Το δημόσιο χρέος είχε ξεφύγει από τον έλεγχο, τα ελλείμματα έμοιαζαν να μην μπορούν να περιοριστούν, ο πληθωρισμός κάλπαζε σε επίπεδα πάνω από το 10%, οι πραγματικοί μισθοί και οι συντάξεις συρρικνώνονταν κάθε χρόνο, η ανεργία αυξανόταν, δεν δημιουργούνταν έργα υποδομής, η ανάπτυξη ήταν μηδενική. Ολες οι εκτιμή σεις συνέκλιναν στη διαπίστωση πως η Ελλάδα δεν θα γινόταν ποτέ μέλος της ΟΝΕ, ενώ ακούγονταν φωνές ακόμα και για έξωση της Ελλάδος από την Ε.Ε. Οποιοι παραλληλισμοί με τη σημερινή κατάσταση δεν είναι άδικοι ούτε τυχαίοι. Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό έπρεπε να καταπολεμηθούν νοοτροπίες, δισταγμοί, αμφιβολίες και αντιδράσεις, πολλές φορές ιδιαίτερα έντονες, που προκαλούνται όταν θίγονται κατεστημένα συμφέροντα. Ο στόχος δεν ήταν απλώς να επιτύχουμε τη στείρα επίτευξη των κριτηρίων της Συνθήκης του Μάαστριχτ, αλλά και να κινητοποιήσουμε τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας, να εξασφαλίσουμε ένα σταθερό οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον με ευ ρύτερο κλίμα εμπιστοσύνης στην κοινωνία, στις επιχειρήσεις. Να ενισχύσουμε έτσι τις επενδύσεις, την παραγωγικότητα και τη σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Τα αποτελέσματα της πολιτικής μας από το 1996 μέχρι την ένταξη το 2000 μιλούν από μόνα τους. Ο πληθωρισμός τιθασεύτηκε. Τα φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν σημαντικά. Υλοποιήθηκε μια μεγάλη δημοσιονομική εξυγίανση και, μάλιστα, χωρίς να υπονομευτεί η αναπτυξιακή προοπτική της χώρας. Τέθηκε σε εφαρμογή και υλοποιήθηκε ένα πρωτόγνωρο πρόγραμμα ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού των υποδομών σε όλους τους τομείς των πολιτικών μας. Η Ελλάδα είχε επί σειρά ετών έναν από τους υψηλότερους ρυθμούς ανά πτυξης στην Ε.Ε. Η ανεργία βρέθηκε σε σταθερά πτωτική πορεία, τα πραγματικά εισο δήματα εργαζομένων και συνταξιούχων αυ ξήθηκαν, τα επιτόκια μειώθηκαν, οι επενδύσεις ενισχύθηκαν σημαντικά. Συγχρόνως, κάναμε τολμηρά βήματα για την ενίσχυση της αξιοκρατίας και της διαφάνειας στον δημόσιο τομέα. Δημιουργήσαμε νέους ελεγκτικούς μηχανισμούς, σειρά Ανεξάρτητων Αρχών και ενισχύσαμε το ΑΣΕΠ. Πρωτοβουλίες όπως ο «Καποδίστριας», τα ΚΕΠ και η Βοήθεια στο Σπίτι άλλαξαν το πρόσωπο της Δημόσιας Διοίκησης, αυξάνοντας τους διαθέσιμους πόρους και τις υπηρεσίες προς τον πολίτη. Ολα αυτά έγιναν αντιμετωπίζο ντας με αποφασιστικότητα αντιδράσεις και σε συνεχή σύγκρουση με εδραιωμένες αντιλήψεις και συμφέροντα. Ο στόχος επετεύχθη. Η Ελλάδα έγινε μέλος της ΟΝΕ χάρη στην προσπάθειά της. Κανείς δεν της χαρίστηκε. Η επιτυχία δεν ήρθε ούτε εύκολα ούτε χάρη στον αυτόματο πιλότο. Το 2004 η νέα τότε κυβέρ νηση της Νέας Δημοκρατίας, υπακούοντας στη λογική της αντιπαλότητας που διαπνέει το κομματικό σύστημα, αμφισβήτησε αυτή την επιτυχία. Χρησιμοποίησε το τέχνασμα της μεταφοράς μελλοντικών δαπανών, ιδιαιτέρως των αμυντικών, στο παρελθόν, για να τεκμηριώσει τον ψευδή ισχυρισμό της ότι η Ελλάδα δεν είχε επιτύχει το επιβεβλημένο όριο του ελλείμματος. Το αποτέλεσμα ήταν η σύγχυση στο ευρωπαϊκό επίπεδο και, όταν επήλθε ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός τη διετία 2007 2009, η καταρράκωση της αξιοπιστίας της χώρας. Καιρός είναι πια να δούμε την πραγματικότητα γύρω μας με ειλικρίνεια, να μη φαντασιωνόμαστε λύσεις που δεν υπάρχουν και να δεχτούμε ότι η έξοδος από τη κρίση εξαρτάται κατά κύριο λόγο από εμάς τους ίδιους, από τη θέληση, τη συνέπεια και την επιμονή μας.

ΠΗΓΗ: protothema.gr 16/5/10

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου