Ανάγκη προγράμματος για αριστερή έξοδο από το ευρώ

Του Κώστα Παπουλή *

Τα κύματα του σεισμού της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης του 2008, που είχε ως επίκεντρο τις ΗΠΑ, δόνησαν την Ζώνη του Ευρώ, μεταφέροντας το επίκεντρο καταρχάς στην Ελλάδα και ευρύτερα στα PI(I)GS. Στην πραγματικότητα, διεγέρθηκαν τα τεράστια ρήγματα, που είχε δημιουργήσει η συνθήκη του Μάαστριχτ και το ευρώ, που μέχρι χθες, έμοιαζαν κρυφά. Μπορούμε να ισχυριστούμε, ότι οι ισχυρές δονήσεις που σημειώνονται στη Ζώνη του Ευρώ, αυτή την περίοδο, έχουν ως κύρια αιτία, περισσότερο την ίδια.


Η Ελλάδα, έγινε ο πυροκροτητής της κρίσης της ευρωζώνης, που με την σειρά της, απειλεί να βυθίσει σε μεγάλη περιπέτεια την Γηραιά Ήπειρο, απειλώντας και το σύνολο του πλανήτη. Αυτό σημαίνει, πως η εξέλιξη θα οδηγήσει σε μία άλλη μορφή την ευρωζώνη. Είναι πιθανό, το σενάριο μιας διάλυσης, περισσότερο πιθανό, το σενάριο μιας πιο περιορισμένης ευρωζώνης. Είναι βέβαιο όμως, από τις οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που κυριαρχούν στην Ευρώπη, ότι για να γίνουν δομικές αλλαγές, που θα σώσουν το «κοινό» νόμισμα, και για να συμπεριλάβουν αρχικά και τις 17 χώρες, το κέντρο θα επιβάλλει σιδερένια δεσμά στην περιφέρεια. Η Ελλάδα είτε εκδιωχθεί για να καθησυχαστούν οι αγορές και να αποτελέσει την αφετηρία της συρρίκνωσης, είτε καταρρεύσει απότομα, είτε διαλυθεί η ευρωζώνη, είτε μπει και διά του «νόμου» των «νέων» ευρωπαϊκών συνθηκών, στον θάλαμο της νεκροζώντανης οικονομίας και κοινωνίας, πλησιάζει με μαθηματική ακρίβεια στην δραχμή, στην τελευταία περίπτωση, διά της εις άτοπον εναλλακτικής λύσης.

Με αυτή την έννοια, η συζήτηση για την έξοδο από το ευρώ δεν είναι μόνο μια πολιτική εκλογή, που έρχεται ως συνέπεια της επιλογής της στάσης πληρωμών έναντι του εξωτερικού χρέους, ή μιας πολιτικής για την ανάκαμψη της οικονομίας, αλλά η δεσπόζουσα πιθανότητα, που προκύπτει από την αντικειμενική φορά των πραγμάτων. Άρα το πρόγραμμα για την αποχώρηση, έχει τεράστια σημασία, μέσα σε ένα συνολικό εναλλακτικό σχέδιο, ώστε αυτή να μην γίνει με άτακτο και ανεξέλεγκτο τρόπο, ούτε κάτω από τον έλεγχο των πιστωτών και του Βερολίνου, αλλά να συνοδευτεί, με την ενίσχυση των δυνάμεων της εργασίας και της δημοκρατίας.

Είναι μάλλον κοινοτοπία, να διαπιστώσει κανείς τώρα, ότι οικονομίες που λειτουργούν σε θεμελιωδώς διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης και ανταγωνισμού, δεν ταιριάζουν σε μια νομισματική ένωση. Αντίθετα οι ανισότητες και οι αποκλίσεις εντείνονται, με λογικό αποτέλεσμα την διάλυση, ή την συρρίκνωση, σε όσους μπορούν να συγκροτήσουν μια βέλτιστη νομισματική περιοχή. Ακόμη και ορθόδοξοι οικονομολόγοι, προειδοποιούσαν για τα σαθρά θεμέλια της νομισματικής ένωσης και έβλεπαν ως ένα από τα βασικά ελαττώματα την έλλειψη ενός διορθωτικού μηχανισμού, ενός συστήματος μεταβιβαστικών πληρωμών, από τις ισχυρές οικονομίες προς τις αδύναμες, ίσως τελικά έναν ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, που θα συνδυαζόταν με την ελευθερία της δημοσιονομικής πολιτικής. Είναι κάτι που δεν υπήρξε, γιατί άλλοι ήταν οι στόχοι της δημιουργίας του ευρώ, και που δεν θα υπάρξει ποτέ.

Αντίθετα και η οποιαδήποτε δυνατότητα αντικυκλικής δημοσιονομικής πολιτικής καταργείται οριστικά. Σε ένα τέτοιο σύστημα, οι καθαρές μεταβιβαστικές πληρωμές θα ήταν σταθερά μονόδρομες (από τις ανεπτυγμένες χώρες και περιφέρειες στις υποβαθμιζόμενες). Επειδή, ανάμεσα στα άλλα, θα απαιτείτο, η Ελλάδα και ο Νότος να έχουν σταθερά απλωμένο το χέρι στην Γερμανία, το «αριστερό» αίτημα ένας τέτοιου δημοσιονομικού φεντεραλισμού, ανάγεται στην σφαίρα της ουτοπίας.

Τον «ρόλο» όμως του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, τον έπαιξε προσωρινά, ο εξωτερικός δανεισμός της περιφέρειας, που «έκρυψε» τα πολεμικά ελλείμματα των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών της, που οφείλονταν στις τεράστιες διαφορές ανταγωνιστικότητας με το κέντρο. Έτσι, φτάσαμε στην υπερχρέωση της τελευταίας, και στην συνεπακόλουθη αδυναμία εξυπηρέτησης των εξωτερικών χρεών της.

Tέλος, ενώ η κρίση έχει συμμετρική μορφή, οι οικονομίες είναι ανόμοιες και δεν βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση (ακόμη και όσο αφορά σε βασικά μακροοικονομικά μεγέθη). Καθίσταται έτσι, ιδιαίτερα προβληματική, αν όχι αδύνατη, η διαχείριση της κρίσης μέσω μιας ενιαίας δέσμης μέτρων, και αναδεικνύεται το έλλειμμα των εθνικών οικονομικών πολιτικών, ιδιαίτερα στην περιφέρεια, που δέχεται το ισχυρό πλήγμα (βλ. και Θ. Μαριόλη: «Η ζώνη του ευρώ και η διεθνής οικονομική κρίση», 2009, κεφ. 4 στο : «Ελλάδα, Ευρωπαϊκή Ένωση και οικονομική κρίση», εκδ. Ματura, Aθήνα, 2011).

H Ελλάδα και η περιφέρεια, βρέθηκαν σε ελεύθερο εμπόριο, «πρόσωπο με πρόσωπο», στον ανταγωνισμό τους με την Γερμανία και τις άλλες ισχυρές οικονομίες, με οδυνηρές εξελίξεις για την παραγωγική τους βάση. Ο υψηλότερος πληθωρισμός της περιφέρειας, ενέτεινε την αδυναμία της, απέναντι στο κέντρο. Το σκληρό ευρώ και η αλματώδης ανατίμησή του, έναντι του δολαρίου κλόνισε την ανταγωνιστικότητά τους έναντι των χωρών εκτός ευρωζώνης. Η νομισματική πολιτική της Ε.Κ.Τ., με τα χαμηλά επιτόκια, που ήταν αντίθετη με τον οικονομικό κύκλο της περιφέρειας, σε συνδυασμό με τον «φτηνό» εξωτερικό δανεισμό και το ανταγωνιστικό έλλειμμα, οδήγησε σε βαθιά στρέβλωση τις οικονομίες των PIGS, σε φούσκες ακινήτων κ.λπ. Η κατάργηση της ικανότητας εκτύπωσης χρήματος, ένα ουσιαστικό εργαλείο νομισματικής πολιτικής, οδήγησε τις αδύναμες ευρωπαϊκές οικονομίες στις αγκαλιές των αγορών και τελικά στην χρεοκοπία. Γνωρίζουμε, ότι ιδίως σε συνθήκες ύφεσης, η δυνατότητα βραχυχρόνιας νομισματικής χρηματοδότησης του δημόσιου ελλείμματος σε λογικά ποσοστά, δεν οδηγεί σε σημαντικές πληθωριστικές πιέσεις, αλλά στην ανάκαμψη. Τελικά, η κατάργηση του εκδοτικού προνομίου, κτύπησε και τον πυρήνα.

Η παράδοση του εθνικού ελέγχου της νομισματικής πολιτικής είχε δραματικές συνέπειες για τη περιφέρεια, ενίσχυσε σημαντικά την δύναμη του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, ενώ ωφέλησε και το παραγωγικό κεφάλαιο του κέντρου, ιδιαίτερα την Γερμανία. Συμπερασματικά, αν τα PI(I)GS δεν εισέρχονταν στην Ζώνη του Ευρώ, θα ήταν αρκετά προφυλαγμένα από τις συνέπειες της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης και δεν θα ζούσαμε την ελληνική τραγωδία. Ή όπως ομολόγησε ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας, Τζουλιάνο Αμάτο: «έχουμε αρχίσει να κοιτάμε έξω, τις άλλες ελεύθερες χώρες να κάνουν ότι θεωρούν σωστό για τις οικονομίες τους και τα νομίσματα τους και νιώθουμε για αυτές, έναν ανομολόγητο φθόνο».

Είναι τέτοιες οι αντιφάσεις των συμφερόντων, ανάμεσα στα έθνη, στο παραγωγικό και χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, όσο και ανάμεσα σε μερίδες των τελευταίων, που δεν αποκλείεται η διάλυση της ευρωζώνης, αφού η ασταθής ισορροπία της έχει ήδη κλονιστεί. Επειδή όμως μια τέτοια κατάσταση, αδυνατίζει την ιμπεριαλιστική συμμαχία, ενώ συγχρόνως μπορεί να πυροδοτήσει την μητέρα των κρίσεων για το ευρωπαϊκό κέντρο, είναι πιθανότερος ο συμβιβασμός, χωρίς να εξασφαλίζεται, ότι μπορεί να ελεγχτεί η δυναμική της αποσύνθεσης της ευρωζώνης.

Η διεθνοποίηση των χρεών μέσω της εκτύπωσης χρήματος, σημαίνει συγχρόνως και εξάτμιση εκείνου του τμήματος της γερμανικής αποταμίευσης που χρηματοδότησε τα ελλείμματα του Νότου, συλλογική ανάληψη των ζημιών. Σημαίνει ακόμη την υποχώρηση του ευρώ, έναντι του δολαρίου στην ιεραρχία των αποθεματικών νομισμάτων. Το ευρωομόλογο από την άλλη, χωρίς να δίνει μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη λύση, επιβαρύνει σημαντικά την Γερμανία. Επίσης οι αγορές ομολόγων, από την ΕΚΤ, γίνεται ουσιαστικά πάλι από την Γερμανία. Είναι φυσικό η Μέρκελ να διαπραγματεύεται, απαιτώντας σκληρά ανταλλάγματα, μέσω της αλλαγής των ευρωπαϊκών συνθηκών.

Τα τελευταία σημαίνουν για τον Νότο την μετατροπή του σε αποικία του Βερολίνου, την φτωχοποίηση του και ερήμωση του, προς όφελος του κέντρου. Μια «δομική» λύση για το σημερινό σύνολο της ευρωζώνης σημαίνει στην καλύτερη περίπτωση, έναν νεκροζώντανο οικονομικά και κοινωνικά Νότο. Όμως, ίσως είναι πιο πιθανή η κατάρρευση μίας - μίας των χωρών της περιφέρειας, με πρώτη υποψήφια την Ελλάδα, οπότε αυτόματα θα αρχίσει η διαδικασία σαλαμοποίησης της ευρωζώνης. Σε ποια χώρα θα σταματήσει, δεν μπορεί να προβλεφτεί κατηγορηματικά. Mία ελεγχόμενη έξοδος από όλες τις πλευρές (οικονομικές-πολιτικές) αρχικά της Ελλάδας, που θα δρομολογεί κατεύθυνση προς μια ομοιογενή νομισματική περιοχή, θα ήταν η καλύτερη λύση για την ευρωζώνη και την ΕΕ. Το ζήτημα είναι πως μπορεί να ελεγχθεί αυτή η διαδικασία σταδιακής συρρίκνωσης της ζώνης του ευρώ;

Όσον αφορά την Ελλάδα, η αναζήτηση πρωτογενών πλεονασμάτων και ανάπτυξης συνάμα, σε συνθήκες της μεγαλύτερης ύφεσης στην μεταπολεμική της ιστορία, συνιστά μεγάλο οικονομικό παράδοξο. Συνεπώς, δύναται να λεχθεί, ότι η Ελλάδα πολύ δύσκολα μπορεί να ακολουθήσει τις εξελίξεις στο πλαίσιο των μνημονίων, πόσο περισσότερο σε μια πιο σκληρή ευρωζώνη, άρα πλησιάζει -ανεξάρτητα από πολιτικές βουλήσεις- στην δραχμή.

Καθήκον της Αριστεράς είναι η συγκρότηση λαϊκού κινήματος, σε αμφίδρομη σχέση με ένα συνολικό πολιτικό πρόγραμμα που θα εμπεριέχει την αριστερή έξοδο. Ένα πολιτικό πρόγραμμα που πρέπει να είναι σαφέστατο και συγκεκριμένο, ώστε να γίνει συνείδηση στον λαϊκό παράγοντα, ανάμεσα στα άλλα, ότι το ευρώ είναι ένας μηχανισμός, για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μεγάλων επιχειρήσεων και τραπεζών του κέντρου, και τίποτα άλλο.


* O Κώστας Παπουλής είναι εκπαιδευτικός, μέλος του Συντονιστικού του Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής

ΠΗΓΗ: aristeroblog.gr (12/12/2011)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου